Ο Παθών Χριστός: τοιχογραφία του 1719 στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου στο Καστρί Κυνουρίας
Η κεκλιμένη κεφαλή του Παθόντος Χριστού, έργο του ιερομόναχου Ιερεμία από το Αδάμι, 1719, σωζόμενο ως τμήμα στο καθολικό της μονής.
Η τοιχογραφία του Παθόντος Χριστού στο καθολικό της Μονής του Τιμίου Προδρόμου στο Καστρί Κυνουρίας ταυτίζεται με μεγάλη βεβαιότητα. Η σωζόμενη ζωγραφική διακόσμηση χρονολογείται στο 1719 και αποδίδεται στον ιερομόναχο Ιερεμία από το Αδάμι, μεταβυζαντινό ζωγράφο που έδρασε στην Πελοπόννησο κατά το πρώτο μισό του 18ου αιώνα.
Η ταύτιση στηρίζεται στη σύγκλιση της ορατής εικονογραφικής μαρτυρίας με μια δημοσιευμένη περιγραφή των σωζόμενων τοιχογραφιών. Η περιγραφή αυτή αναφέρεται ειδικά σε εικόνα του Χριστού με το κεφάλι κεκλιμένο από βαθιά θλίψη και συνδέει τη μορφή με την εικονογραφία του Παθόντος ή Νυμφίου Χριστού. Αποδίδει επίσης τη ζωγραφική διακόσμηση του καθολικού στον Ιερεμία και στο έτος 1719. Η πρόσφατη έρευνα, εξετάζοντας ό,τι απομένει από το πρόγραμμα, καταγράφει μόνο δύο σωζόμενες συνθέσεις.
Η τοιχογραφία του Παθόντος Χριστού και η επιγραφή της
Η πιο αποφασιστική λεπτομέρεια της φωτογραφίας είναι ο σταυροφόρος φωτοστέφανος. Μέσα στους βραχίονές του, παρά τη φθορά και τις απώλειες σε όλη τη ζωγραφισμένη επιφάνεια, παραμένουν τα ελληνικά γράμματα Ὁ ὬΝ, που σημαίνουν «Ο Ων». Η παραδοσιακή αυτή επιγραφή, που προέρχεται από το θείο όνομα στην Έξ. 3:14, προσδιορίζει τη μορφή χωρίς αμφιβολία ως Χριστό.
Ο Χριστός παριστάνεται μετωπικά, με το κεφάλι κεκλιμένο προς τον δεξιό ώμο. Το χαμηλωμένο βλέμμα, τα συσπασμένα φρύδια και η βαριά έκφραση δημιουργούν ατμόσφαιρα ελεγχόμενης, εσωτερικής θλίψης. Μακριά κοκκινοκαστανά μαλλιά πλαισιώνουν το πρόσωπο· το γένι πλάθεται με σκούρες, πυκνές πινελιές. Η ώχρα, το κοκκινωπό καφέ και το μαύρο επικρατούν πάνω στο ζεστό κίτρινο πεδίο του φωτοστεφάνου.
Ο Παθών Χριστός σώζεται σε πολύ φθαρμένη κατάσταση. Σημαντικά τμήματα της γύρω σύνθεσης έχουν εξαφανιστεί κάτω από μεταγενέστερο λευκό επίχρισμα ή έχουν αντικατασταθεί από αυτό. Πάνω από τον φωτοστέφανο διακρίνεται εν μέρει μια διακοσμητική ζωγραφισμένη ταινία, ενώ η απώλεια του κάτω μέρους της μορφής εμποδίζει την πλήρη αποκατάσταση της αρχικής σκηνής.
Νυμφίος Χριστός ή Άνδρας των Οδυνών;
Ο ασφαλέστερος τίτλος για το τμήμα είναι Παθών Χριστός. Ο συναισθηματικός του χαρακτήρας και η κεκλιμένη κεφαλή το συνδέουν στενά με την εικονογραφία του Πάθους και, ακριβέστερα, με τις παραστάσεις του Νυμφίου Χριστού, του Νυμφίου της Μεγάλης Εβδομάδας της Ορθοδοξίας.
Πιο ακριβής διάκριση είναι δύσκολη, επειδή τα διαγνωστικά γνωρίσματα δεν έχουν σωθεί. Οι εικόνες του Νυμφίου Χριστού περιλαμβάνουν συνήθως την εμπαικτική βασιλική πορφύρα, το ακάνθινο στεφάνι, τον κάλαμο ή τα δεμένα χέρια. Στον συγγενή τύπο που είναι γνωστός ως Άνδρας των Οδυνών ή Άκρα Ταπείνωσις, ο Χριστός μπορεί να εικονίζεται να αναδύεται από τον τάφο, κάποτε με σταυρωμένα χέρια και τα όργανα του Πάθους. Κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν είναι ορατό στο σωζόμενο τμήμα.
Με χαμένη την κάτω σύνθεση, η φωτογραφία δεν επιτρέπει αδιαπραγμάτευτη ταύτιση με έναν στενά ορισμένο υποτύπο. Η κεκλιμένη κεφαλή, μαζί με τη δημοσιευμένη περιγραφή, καθιστά ωστόσο πολύ πειστικό τον συσχετισμό της τοιχογραφίας του Παθόντος Χριστού με την παράδοση του Νυμφίου.
Η ζωγραφική διακόσμηση του 1719
Το έτος 1719 αναφέρεται στη διακόσμηση του καθολικού και όχι στην ίδρυση της μονής. Ο ζωγράφος, ο ιερομόναχος Ιερεμίας, καταγόταν από το Αδάμι της Αργολίδας και μαρτυρείται να εργάζεται στην Αρκαδία, στη Λακωνία, στην Κορινθία και στην Αργολίδα από το 1719 έως το 1744.
Ο Παθών Χριστός ανήκε σε ένα μεγαλύτερο μεταβυζαντινό ζωγραφικό πρόγραμμα, που αργότερα επιχρίστηκε ή καταστράφηκε. Σύμφωνα με τη σωζόμενη περιγραφή, απομένουν μόνο δύο θέματα: η κεκλιμένη αυτή κεφαλή του Χριστού και μια σύνθεση της Παναγίας με το Βρέφος που συνοδεύεται, πιθανότατα, από δύο ιεράρχες με ειλητάρια.
Όσο αποσπασματική κι αν έχει καταστεί η ζωγραφική, τα σωζόμενα γνωρίσματά της δείχνουν την προσήλωση του Ιερεμία σε παλαιότερα κρητικά και μετακρητικά πρότυπα. Η σκούρα γραμμική πλαστική συγκεντρώνει την προσοχή στο πρόσωπο, ενώ η περιορισμένη παλέτα και η συγκρατημένη έκφραση στρέφουν την απεικόνιση του σωματικού πόνου προς τη θεολογική θλίψη. Μεγάλο μέρος του αφηγηματικού σκηνικού έχει χαθεί· κατά μήκος του ίδιου του προσώπου, ωστόσο, ο χειρισμός του ζωγράφου παραμένει αρκετά ευανάγνωστος ώστε να διατηρεί τον έντονα λατρευτικό χαρακτήρα της εικόνας.
Η βραχοπελεκητή μονή στο Καστρί
Πάνω από το φαράγγι του ποταμού Τάνου, κοντά στο Καστρί και στην Περδικόβρυση της Κυνουρίας, υψώνεται η Μονή του Τιμίου Προδρόμου. Τα κτίριά της είναι χτισμένα πάνω σε απότομο βράχο, ενώ το τρουλαίο καθολικό βυθίζεται εν μέρει σε φυσικό σπήλαιο.
Επιγραφή συνδέει τη μονή με το έτος 1126, επί ηγουμένου Αρσενίου. Η χρονολογία αυτή αφορά τη μεσαιωνική ιστορία ή την ανέγερση του συγκροτήματος και διακρίνεται από τις τοιχογραφίες του 18ου αιώνα. Κατά την Ελληνική Επανάσταση, η μονή χρησίμευσε ως καταφύγιο και στρατιωτικό νοσοκομείο. Η οχυρή θέση της επέτρεψε επίσης να αντισταθεί σε δύο επιθέσεις των δυνάμεων του Ιμπραήμ Πασά το 1826, γεγονότα που καταγράφονται δίπλα στην αρχιτεκτονική ιστορία του τόπου στο περιφερειακό δελτίο της μονής.
Η φωτογραφία δείχνει τον Χριστό, που προσδιορίζεται από την επιγραφή Ὁ ὬΝ, σε εικόνα θλίψης στενά συνδεδεμένη με την παράδοση του Νυμφίου και του Πάθους. Ζωγραφισμένος το 1719 από τον ιερομόναχο Ιερεμία από το Αδάμι, ο Παθών Χριστός είναι ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα θραύσματα της μεταβυζαντινής ζωγραφικής διακόσμησης του καθολικού.
