Ο ιερομόναχος Γεννάδιος: προσωπογραφία ικέτη από τη Μονή Αρσανίου

Η προσωπογραφία του μοναχού Γεννάδιου, φιλοτεχνημένη στην Κρήτη στις αρχές του 19ου αιώνα και σήμερα φυλαγμένη στο Μουσείο Μπενάκη της Αθήνας, στέκεται σε μια ασυνήθιστη ζώνη ανάμεσα στην ορθόδοξη λατρευτική ζωγραφική και στο ατομικό πορτρέτο. Η μικρή φορητή σανίδα, διαστάσεων 34 × 22 εκ. (αρ. ευρ. ΓΕ 33696), παριστάνει τον ιερομόναχο Γεννάδιο σε στάση προσευχής και είχε αφιερωθεί στην ιστορική Μονή Αρσανίου κοντά στο Ρέθυμνο. Την ταυτότητά του τη μεταφέρει απευθείας πάνω στη ζωγραφισμένη επιφάνεια η εκτενής ελληνική επιγραφή που τον περιβάλλει.
Ο Γεννάδιος πιάνει σχεδόν όλο το ύψος της σανίδας. Φορά μαύρο μοναχικό ράσο και ψηλό μαύρο κάλυμμα κεφαλής, ενώ ένα σκούρο μπλε ένδυμα φαίνεται κάτω από το εξωτερικό ρούχο, στο στήθος και στα μανίκια. Το βάθος είναι ένα σβησμένο ελαιοπράσινο, χωρίς τοπίο, αρχιτεκτονική ή διακοσμητικό περιβάλλον. Πάνω σε αυτό το λιτό πεδίο, το ζεστό πρόσωπο, το γένι και τα χέρια αποκτούν ασυνήθιστη οπτική ένταση. Φωτοστέφανος δεν υπάρχει, και η διάκριση έχει σημασία: η μορφή παρουσιάζεται ως ταυτισμένος ιερομόναχος και δωρητής ή ικέτης, και όχι μέσω των συμβατικών γνωρισμάτων που συνοδεύουν την παράσταση ενός αγίου.
Η προσωπογραφία του Γεννάδιου ως λατρευτική εικόνα
Η σύνθεση είναι αυστηρά συγκεντρωμένη. Ο Γεννάδιος εικονίζεται περίπου σε τρία τέταρτα του ύψους του, με το σώμα σχεδόν μετωπικό και την κεφαλή διακριτικά κεκλιμένη και στραμμένη. Οι πήχεις του σταυρώνουν ψηλά πάνω στο στήθος, με τις παλάμες ανοιχτές προς τα έξω σε χειρονομία ικεσίας. Η διασταύρωση των χεριών δημιουργεί την κύρια εσωτερική κίνηση της σύνθεσης· όλα τα υπόλοιπα μένουν περιορισμένα μέσα στην πλατιά μαύρη μάζα του ράσου.
Η οικονομία αυτή δίνει στα χέρια σημασία σχεδόν ίση με του προσώπου. Το μεγάλο τους μέγεθος και το ζεστό ώχρινο χρώμα τα ξεχωρίζουν απότομα από τα σκούρα ρούχα. Δεν κρατούν σταυρό, βιβλίο, ράβδο ή άλλο γνώρισμα από αυτά που συνήθως δηλώνουν εκκλησιαστικό αξίωμα. Η ίδια η προσευχή γίνεται η πράξη που ταυτίζει τον εικονιζόμενο.
Η αντιμετώπιση ανήκει άνετα στην ύστερη ιστορία της μεταβυζαντινής φορητής ζωγραφικής, όμως ο ζωγράφος άφησε την ομοιότητα του προσώπου να προβάλει ασυνήθιστα έντονα. Η συλλογή του Μουσείου Μπενάκη τοποθετεί τις βυζαντινές και μεταβυζαντινές εικόνες μέσα σε μια μακρά εξέλιξη, που εκτείνεται από τη μεσαιωνική εικονογραφία, μέσα από τα κρητικά εργαστήρια και το Άγιον Όρος, ώς τις απαρχές της νεότερης ελληνικής ζωγραφικής· σε αυτή τη συνέχεια μπορεί να κατανοηθεί χρήσιμα και το πορτρέτο αυτό των αρχών του 19ου αιώνα.

Πρόσωπο, μοναχικό ένδυμα και η γλώσσα της ομοιότητας
Το πρόσωπο δουλεύεται πολύ περισσότερο απ' ό,τι τα ρούχα. Μακριά καστανά μαλλιά κατεβαίνουν πίσω από τους ώμους και συγχωνεύονται οπτικά με ένα πλούσιο, διχαλωτό γένι, οι μπούκλες του οποίου ορίζονται με επαναλαμβανόμενες λεπτές πινελιές σε ώχρα και ανοιχτότερο καφέ. Το μέτωπο είναι πλατύ, τα φρύδια έντονα, η μύτη επιμήκης, και τα μάτια στρέφονται λοξά και όχι προς τον θεατή. Μικρές ασυμμετρίες γύρω από τα μάτια και το στόμα αντιστέκονται στην πλήρη ομογενοποίηση της φυσιογνωμίας.
Εντυπωσιάζει η αντίθεση ανάμεσα στα σχετικά σχηματικά χέρια και στη συνεχή φροντίδα που δόθηκε στο κεφάλι. Σκούρα περιγράμματα πλάθουν μάτια, μύτη και μάγουλα· θερμότερα περάσματα κίτρινου και ώχρας χτίζουν τη σάρκα, και βαθύτερο καφέ ορίζει τις κοιλότητες γύρω από τα βλέφαρα και το γένι. Το πρόσωπο που προκύπτει διατηρεί τις γραμμικές συνήθειες της ορθόδοξης εικονογραφίας, δεχόμενο ταυτόχρονα μια πιο εξατομικευμένη αντίληψη του πορτρέτου. Ο Γεννάδιος παρουσιάζεται ως αναγνωρίσιμο ανθρώπινο πρόσωπο, του οποίου η εκκλησιαστική ταυτότητα παραμένει αξεχώριστη από τον λατρευτικό σκοπό του αντικειμένου.
Τα μαύρα ρούχα επιτελούν άλλη λειτουργία. Οι πλατιές, σχεδόν αδιάκοπες μορφές τους καταπνίγουν τον σωματικό όγκο και στήνουν μια σκοτεινή εικαστική βάση κάτω από την κεφαλή. Μόνο οι μπλε πτυχές γύρω από τους καρπούς και στο κέντρο του κορμού τις διακόπτουν. Απέναντι σε αυτές τις εκτάσεις, τα ακάλυπτα χέρια γίνονται σχεδόν διαγραμματικά σημεία προσευχής.
Η ελληνική επιγραφή και η ταυτότητα του Γεννάδιου
Η γραφή αποτελεί ουσιώδες μέρος της σύνθεσης. Μεγάλα λευκά ελληνικά γράμματα καταλαμβάνουν το πράσινο πεδίο εκατέρωθεν της κεφαλής και των ώμων. Διαβασμένη συνεχόμενα μέσα στο διηρημένο επιγραφικό πεδίο, η κύρια επιγραφή μπορεί να μεταγραφεί από τα σωζόμενα γράμματα ως εξής:
ΔΕΙΣΗ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
ΓΕΝΑΔΙΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΟΥ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Η γραφή που φαίνεται πάνω στη σανίδα, με τα ΔΕΙΣΗ και ΓΕΝΑΔΙΟΥ, διατηρείται εδώ ως έχει και δεν κανονικοποιείται σιωπηρά. Νοηματικά, η επιγραφή ορίζει την εικόνα ως δέηση του δούλου του Θεού Γεννάδιου, ιερομονάχου και προσκυνητή, και περιγράφει ρητά το έργο ως αφιέρωμα.
Η διατύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί ορίζει τη λειτουργία της σανίδας μέσα από το ίδιο το αντικείμενο. Ο Γεννάδιος εμφανίζεται ταυτόχρονα ως το πρόσωπο που απεικονίζεται, ως το προσευχόμενο υποκείμενο που κατονομάζει η επιγραφή και ως η μορφή που συνδέεται με την αφιέρωση. Ο όρος προσκυνητής μπορεί να αποδοθεί ως προσκυνητής ή ως πιστός· η ίδια η επιγραφή δεν παρέχει αρκετά στοιχεία για να ανασυντεθούν οι περιστάσεις του προσκυνήματός του.
Μικρότερη πλάγια γραφή σώζεται κάτω από τα μνημειώδη γράμματα. Η φωτογραφία επιτρέπει να διακριθούν τμήματά της, αλλά δεν μπορεί να τεκμηριωθεί πλήρης μεταγραφή με τόση ασφάλεια, ώστε να δικαιολογείται η αποκατάσταση αβέβαιων γραμμάτων. Η κύρια επιγραφή προσφέρει ήδη την ουσιώδη ταύτιση.
Η Μονή Αρσανίου και το ιστορικό πλαίσιο της αφιέρωσης
Ο προορισμός της προσωπογραφίας, η Μονή Αρσανίου, δίνει στο αντικείμενο συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο. Η μονή βρίσκεται περίπου 12 χλμ. ανατολικά του Ρεθύμνου. Αρχαιολογικά και τεκμηριωτικά δεδομένα τοποθετούν το σχηματισμό της γύρω στα τέλη του 16ου και στις αρχές του 17ου αιώνα· το σημερινό καθολικό χρονολογείται στο 1888, ενώ κτίρια του παλαιότερου βόρειου τμήματος διατηρούν αρχιτεκτονικά στοιχεία που χρονολογούνται στο 1645. Η συλλογή της περιλάμβανε φορητές εικόνες μαζί με λειτουργικά βιβλία, άμφια και ιερά σκεύη.
Η χρονολόγηση της προσωπογραφίας στις αρχές του 19ου αιώνα έχει επομένως σημασία. Η αφιέρωση του Γεννάδιου ανήκει στην ιστορία του παλαιότερου μοναστηριακού συγκροτήματος, δεκαετίες πριν από την ανέγερση του σημερινού ναού. Η επίσημη ιστορία που δημοσιεύει η Ιερά Μητρόπολη Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου καταγράφει ότι η Αρσάνι αντιμετώπισε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και μείωση του μοναχικού πληθυσμού στις αρχές του 19ου αιώνα, δυσκολίες που συνεχίστηκαν μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης το 1821. Η προσωπογραφία δεν πρέπει να συνδεθεί αυτομάτως με κάποιο συγκεκριμένο επεισόδιο των γεγονότων εκείνων, αφού η επιγραφή της δεν δίνει τέτοια πληροφορία, όμως η χρονολογία της τοποθετεί την αφιέρωση ακριβώς μέσα σε αυτή τη δύσκολη φάση της τουρκοκρατούμενης ιστορίας της μονής.
Το πλαίσιο αυτό αλλάζει την κλίμακα με την οποία μπορεί να διαβαστεί η μικρή σανίδα. Στα 34 εκ. ύψος, είναι ένα οικείο αντικείμενο, κι όμως η επιγραφή της δένει έναν μεμονωμένο ιερομόναχο με ένα πολυαιωνόβιο κρητικό μοναστήρι, μέσα από την παλαιότερη ορθόδοξη πρακτική της αφιέρωσης και της μνημόνευσης.
Μεταβυζαντινή παράδοση και πρώιμη νεότερη προσωπογραφία
Στις αρχές του 19ου αιώνα, η ελληνική θρησκευτική ζωγραφική είχε κληρονομήσει ένα τεράστιο ρεπερτόριο μεταβυζαντινών μορφών, ενώ συναντούσε ολοένα εντονότερα ενδιαφέροντα για τη φυσιογνωμική περιγραφή και την ατομική ομοιότητα. Η προσωπογραφία του μοναχού Γεννάδιου κάνει ορατή τη συνύπαρξη αυτή, χωρίς να χρειάζεται απόδοση σε συγκεκριμένο εργαστήριο. Το επίπεδο μονόχρωμο βάθος, τα έντονα περιγράμματα, η επιγραφική οργάνωση και η ιερατική συγκέντρωση παραμένουν κοντά στις εικαστικές συνήθειες της εικονογραφίας. Η ιδιαιτερότητα του προσώπου ωθεί το έργο προς την προσωπογραφία.
Ακόμη και η απουσία φωτοστέφανου γίνεται παραγωγική μέσα σε αυτή τη διάταξη. Ο εικονιζόμενος καταλαμβάνει τη ζωγραφική θέση όπου κανονικά θα εμφανιζόταν μια ιερή μορφή, πλαισιωμένος από αδιαφοροποίητο πεδίο και συνοδευόμενος από ταυτίζουσα γραφή, κι όμως η θνητότητα και η ατομικότητά του παραμένουν ρητές. Η επιγραφή τον ονομάζει δούλο του Θεού· η εικόνα δείχνει τον δούλο.
Η σανίδα έχει υποστεί αισθητή επιφανειακή φθορά. Αποξέσεις και μικρές απώλειες χρώματος φαίνονται σε όλο το πράσινο πεδίο, ενώ στα εξωτερικά άκρα η φθορά είναι πιο συγκεντρωμένη και υπάρχουν εκτεθειμένα σημεία. Γρατσουνιές ενοχλούν το μαύρο κάλυμμα κεφαλής, και διάσπαρτες απώλειες εμφανίζονται στα ενδύματα και στην κάτω επιφάνεια. Τα σημάδια αυτά δεν συσκοτίζουν το κεντρικό σχέδιο. Πράγματι, η ασυνήθιστα καθαρή διατήρηση του προσώπου, των χεριών και της κύριας επιγραφής αφήνει άθικτα τα σημεία από τα οποία εξαρτάται η ταυτότητα του αντικειμένου: ο ίδιος ο Γεννάδιος, η στάση προσευχής του και τα λόγια που καταγράφουν την αφιέρωσή του στον μοναστικό κόσμο με τον οποίο ήθελε να παραμένει συνδεδεμένη η εικόνα του.